ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΝΟΣ ΚΟΡΙΤΣΙΟΥ

3 Μαΐου 2008 | By

ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Καμιά φορά θέλω να μεταμορφωθώ σ’ ένα μικρό κομμάτι κιμωλίας. Τόσο μικρό, σχεδόν αόρατο. Να κάθομαι λευκή σαν φτερό γλάρου πάνω στον μαυροπίνακα. Κανείς να μη με σκέφτεται. Να νιώσω πως οι δακρυσμένες από την ταραχή παλάμες των παιδιών που εξετάζονται, με ποτίζουν και κάνουν την τρυφερή μου σκόνη ακόμη πιο πυκνή. Εγώ θα φιλάω τα ταραγμένα δάχτυλα και με χαρά θα δίνω τη ζεστή μου σάρκα σε διάφορα θεωρήματα. Θα μετράω ήσυχα τον παλμό καθενός που με κρατά στο χέρι του. Θα μαντεύω πάνω στις γραμμές και στις φλέβες της κάθε μιας παλάμης και θα αφήνω λευκή σκόνη σαν ζεστή άμμο. Θα ακούω στο διάλειμμα διάφορα κουτσομπολιά για το κορίτσι που ήμουν πριν, και σιωπηλά θα γελάω. Κι όταν η σύντομη λευκή ζωή μου λιώσει κάτω από το βρεγμένο σφουγγάρι, θα γίνω πάλι η ίδια. Τότε θα ξέρω για τον καθένα περισσότερα. Και μαζεύοντας τα χρώματα από τόσες ταραχές και γαλάζιους νεανικούς παλμούς, θα είμαι η πιο ευτυχισμένη.
Πέτια Ντουμπάροβα

Περισσότερα για το βιβλίο και την Πέτια Ντουμπάροβα:

Η Πέτια Σταΐκοβα Ντουμπάροβα γεννήθηκε στις 25 Απριλίου 1962 στην πόλη Μπουργκάς της Βουλγαρίας.
Στην πολύ σύντομη ζωή της κατάφερε να αφήσει δημιουργίες που κουβαλούν τα σημάδια ενός τεράστιου ταλέντου. Το φαινόμενο «Πέτια Ντουμπάροβα» είναι μοναδικό στην βουλγαρική λογοτεχνία – και θα ήταν μοναδικό σε οποιαδήποτε λογοτεχνία. Εννέα μόλις ετών είχε συνειδητοποιήσει πως είναι ποιήτρια. Δώδεκα χρόνων προφητεύει την προσωπική της μάχη και το θάνατο της. Στα δεκαεπτά της έφυγε.
Το ταλέντο της ήταν αναγνωρισμένο όσο ζούσε. Στα δεκατρία της χρόνια ήταν μέλος της Λέσχης Καλλιτεχνών του Μπουργκάς. Οι δημιουργίες της χάριζαν μεγάλη χαρά στους εκδότες των λογοτεχνικών περιοδικών της Βουλγαρίας. Και, μεταφρασμένα στα ρωσικά, τα έστελναν με καμάρι στα ρωσικά περιοδικά για νέους και μαθητές.
Με την πρώτη άγρια απόπειρα από την πλευρά του περιβάλλοντος και της κοινωνίας να εισβάλλει στο δικό της πανέμορφο κόσμο, η Πέτια αποφάσισε να φύγει. Ένα κορίτσι τρυφερό, ταλαντούχο, γεμάτο όνειρα, το οποίο όμως κατηγορηματικά αρνείται να γίνει, όπως γράφει και στο ημερολόγιο της, «ένα μικροσκοπικό εξάρτημα» του σάπιου συστήματος. Κι αυτή ήταν η προσωπική της μάχη. Υποβαθμίζουν τη διαγωγή της σε μετρία και, το χειρότερο, σχεδόν την κατηγορούν για σαμποτάζ – πολύ σοβαρή κατηγορία.
Ήταν 4 Δεκεμβρίου του 1979 και πάρα τις προσπάθειες των γιατρών, απεβίωσε. Ήταν μόλις δεκαεπτά χρόνων. Για τις συνθήκες θανάτου ακολουθεί έρευνα της αστυνομίας. Οι γραπτές μαρτυρίες των τριών καθηγητών εξαφανίστηκαν και ποτέ δεν βρέθηκαν.
Δεν πρόλαβε να δει το πρώτο της βιβλίο. Αυτό εκδόθηκε ένα χρόνο μετά τον θάνατό της.
Η αγάπη κι ο καημός των ανθρώπων σε όλη τη Βουλγαρία μετέτρεψαν το πατρικό της σπίτι σε μουσείο, το 1988. Καθημερινά το επισκέπτονται δεκάδες άνθρωποι κάθε ηλικίας και επαγγέλματος. Επειδή όλοι, όσοι την αγαπούν, έχουν την ανάγκη ν’ αγγίξουν έστω με τα μάτια την αγαπημένη της κιθάρα, το κασετόφωνό της, τα τετράδια της, το αγαπημένο της κόκκινο φόρεμα, για το οποίο η Πέτια γράφει, πως της φέρνει γούρι.
Ολοκληρωμένα σε βιβλία ή αποσπασματικά σε περιοδικά λογοτεχνίας έχει εκδοθεί σε χώρες όπως η Αγγλία, η Ουγγαρία, η Ρωσία, η Πολωνία, η Μογγολία, η Ισπανία, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ινδία. Το 1992 γίνεται γνωστή στους αναγνώστες και των ΗΠΑ και τώρα στην Ελλάδα μέσα από τις Εκδόσεις Χαραμάδα.
Σε αυτό το βιβλίο παρουσιάζονται επιλεγμένα κείμενα και διηγήματά της.

Category: Αποκαλύψεις

About the Author ()

Comments are closed.

Visit Us On TwitterVisit Us On FacebookVisit Us On Google PlusVisit Us On YoutubeCheck Our Feed